Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΑ

Η ερωτική ελληνική γελοιογραφία


Κάτι για αρχή
   Οι ελληνικές ερωτικές γελοιογραφίες είναι κάτι σαν τα μαύρα πρόβατα της γελοιογραφίας μας. Και οι καλλιτέχνες που τις σχεδίασαν οι έκπτωτοι βασιλείς, μιας δυναστείας την οποία λαμπρύνουν μόνο ονόματα πολιτικών γελοιογράφων.
   Ο Αρχέλαος και πριν από αυτόν ο Γκεϊβέλης, ο Χριστοδούλου, ο Γάλλιας και τόσοι άλλοι έχαιραν όμως.. μεγάλης εκτίμησης από τους αρσενικούς τουλάχιστον αναγνώστες των λαϊκών περιοδικών εκείνης της εποχής.
   Αν και φτιαγμένες στο πόδι (υπόθεση μερικών λεπτών οι περισσότερες), με τα πιο φτηνά και άβολα υλικά (χαρτί του γκρίζου δημοσιογραφικού μπλοκ, πενάκια βουτηχτά στο μελανοδοχείο) και εκτός σχεδιαστηρίου, κατάφεραν με το παραπάνω να γαργαλήσουν τις αισθήσεις των αναγνωστών στα εβδομαδιαία ραντεβού με τις «γυναίκες» τους, μπόρεσαν να δώσουν ζωή σ’ αυτές τις λεπτοσχεδιασμένες καμπύλες και μια υποψία υπόσχεσης, πίσω από αυτόν τον έντυπο μικρόκοσμο του γέλιου.

  Ας μην ξεχνάμε ότι αυτές οι γελοιογραφίες δεν φτιάχτηκαν σήμερα, αλλά σε μια εποχή που ακόμα και τα στυλό διαρκείας υπάγονταν στο νόμο περί ασέμνων. Τουλάχιστον εκείνα που επέμεναν να ανεβοκατεβάζουν το μαγιό μιας Έσθερ Ουίλιαμς.
Γιώργος Γκεϊβέλης
   Ο δάσκαλος του είδους. Οι περισσότερες γελοιογραφίες του – ακόμα και οι πολιτικές – αποπνέουν ένα βαθύ και έντονο ερωτισμό, υμνούν με άκρατη υπερβολή τη γυναικεία σάρκα. «Αδυναμία» του οι «ζουμερές υπηρέτριες» και οι «βυζούδες νταντάδες», τα εύκολα θηλυκά της ελληνικής μεσοπολεμικής κοινωνίας. 
  Περιώνυμος δανδής στα νιάτα του και αθεράπευτα ερωτύλος στην ιδιωτική του ζωή, ερωτοτροπεί ασύστολα με το πενάκι του ακόμα και με τις απλωμένες μπουγάδες και τα ζώα (κλασική η γελοιογραφία του με τον καλόγερο που σταυροκοπιέται σκανδαλισμένος, βλέποντας έναν κόκορα καβάλα σε μια παχουλή, καλλίγραμμη κότα).
   Ο Γκεϊβέλης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, το 1890, όπου και έζησε μέχρι και το 1918, όπου και φυγαδεύτηκε κακήν-κακώς, μέσα σε ένα μπαούλο, προκειμένου να γλυτώσει από την οργή του εκεί Τούρκου αρμοστή.
 Αφορμή, γι’ αυτό το όχι και τόσο άνετο ταξίδι του, ήταν μια γελοιογραφία του στο «Γάτο» (σατυρικό έντυπο που εξέδιδε ο ίδιος), όπου ο Αλλάχ παριστάνονταν σαν θηλυπρεπής κανίβαλος και στο ρόλο του θύματος μια πολύ ερωτική γυναίκα ονόματι «Ελλάς»
   Από τότε εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, για ένα διάστημα μάλιστα συνέχισε την έκδοση του «Γάτου» του. Συνεργάστηκε με διάφορες εφημερίδες και περιοδικά και το 1966 τιμήθηκε με το χρυσό εύσημο της δημοσιογραφίας. Πέθανε, το 1976, πάμφτωχος. Λέγεται ότι για να επιβιώσει, έφτιαχνε όσο-όσο ταμπέλες μαγαζιών.
Αρχέλαος Αντώναρος (ΑΡΧΕΛΑΟΣ)
   Ο «δεσποινίς Καίτη σας ζητούν στο τηλέφωνο» (κλασική λεζάντα των γελοιογραφιών του), ο «λαϊκός» του περίφημου ερωτικού γελοιογραφικού τριγώνου – Αρχέλαος – Χριστοδούλου – Γάλλιας – που σκανδάλισε τα μέγιστα την ελληνική δεκαετία του ΄50. 
  Σπεσιαλιτέ του το «μάτι» στις λαϊκές πλαζ. Αν αποπειραθεί να καταμετρήσει κανείς τις τρύπες που άνοιξε στις καμπίνες των γυναικών του, θα φτάσει σίγουρα σε αστρονομικά νούμερα (σελίδες επί σελίδων μ’ αυτό το θέμα). 
  Είναι ο μόνος γελοιογράφος του είδους, του οποίου οι ήρωες φτάνουν σε οργασμό, έμμεσα βέβαια, από το στόμα, απ’ όπου ρέουν βροχή τα σάλια. Από τους καλύτερους σκιτσογράφους της εποχής του και τους πλέον παραγωγικούς.
   Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, το 1921, και ο πατέρας του ήταν σιδηροδρομικός υπάλληλος. Στην Αθήνα ήρθε το 1939 με σκοπό να σπουδάσει φιλόλογος, αλλά «τα παράτησε στη μέση» - όπως λέει ο ίδιος – γιατί τελικά ανακάλυψε πως δεν «του ταίριαζε και τόσο το δασκαλίκι». 
   Τις πρώτες του γελοιογραφίες τις δημοσίευσε, το 1945, στο περιοδικό «Μπουκέτο». Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τα περιοδικά «Θησαυρός», «Τραστ» και «Ρομάντσο», και για μια περίοδο με τον εμφυλιακό «Ρίζο της Δευτέρας» (υπέγραφε με το ψευδώνυμο «Τοτ»).
  Από το 1957 εργαζόταν αποκλειστικά στο εκδοτικό συγκρότημα Θεοφανίδη («Ρομάντσο», «Πάνθεον», «Βεντέτα» κ.ά. Πέθανε το 1998.
Βασίλης Χριστοδούλου 
    Ο μόνος που κρατήθηκε στο – όποιο – ύψος των περιστάσεων, και συνέχισε την παράδοση του «Θησαυρού». Ο επιμένων που στο τέλος ελλη-ΝΙΚΑ, ας πούμε. 
  Οι ερωτικές γελοιογραφίες του χαλούσαν κόσμο, όπου δημοσιεύονταν. Ο ίδιος δείχνει κάτι παραπάνω από υπερήφανος γι’ αυτές: «Τις λατρεύω τις «γυναίκες μου» λέει, στην πρώτη ευκαιρία.
   Ο Χριστοδούλου γεννήθηκε στον Πειραιά, το 1923. Παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή Καλών Τεχνών, αλλά δεν πήρε πτυχίο, γιατί στη μέση της σχολής τα παράτησε. 
  Έγινε αχώριστο ντουέτο με τον Αρχέλαο, στον «Θησαυρό», μέχρι που έφτασαν να λένε… ο κύριος Αρχέλαος Χριστοδούλου. Ο ίδιος λέει για τον εαυτό του: 
  "Το παιδικό μου πάθος να σχεδιάζω σε ό,τι λευκό έβρισκα μπροστά μου, ακόμη και σε χαρτί, με οδήγησε αργότερα να το κάνω επάγγελμα για να ζήσω. Έζησα; Μια ζωή στην καρέκλα του γραφείου μ’ ένα μολύβι στο χέρι… Πάντως ήταν επιλογή μου… 
   Έχω δουλέψει σε όλα τα παλαιότερα περιοδικά και εφημερίδες. Έχω φτιάξει δεκάδες χιλιάδες γελοιογραφιών, πολιτικών και κοινωνικών, και φτιάχνω ακόμη στη «Βραδυνή». Για τις «επιδόσεις» μου αυτές έχω τιμηθεί απ’ την Βουλή των Ελλήνων και τελευταία από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικα. Νυν απολύοις τον Χριστόδουλόν σου Δέσποτα…"
Μιχάλης Γάλλιας
Ο «μέγας χαλίφης», της ερωτικής γελοιογραφικής φαντασίωσης στην Ελλάδα. Η κορυφή του είδους! Οι ψηλοκάπουλες ξανθές «Αμερικανίδες» του (με το βαθύ όμως μεσογειακό ταπεραμέντο) ήταν ένα δυνατό και διαρκές ηλεκτροσόκ, για τους υποσιτισμένους ερωτικά αρσενικούς αναγνώστες των μεταπολεμικών «περιοδικών ποικίλης ύλης». 
  Οι αριστοτεχνικά σχεδιασμένες καμπύλες τους – πέρα από κάθε προσδοκία ζωντανές – μπορεί τελικά να μην «ξέσκισαν» (κατά τα κοινώς λεγόμενα) τους μυτερούς κορσέδες και τα στενά ρούχα που τις σκέπαζαν, σίγουρα όμως κατάφεραν να σπάσουν πάρα πολλά θερμόμετρα – της τότε αρσενικής αρετής – και να ανεβάσουν το λαθρόβιο ερωτικό πυρετό της εποχής τους πέραν από τις γνωστές διαβαθμίσεις των συμπαθών κατά τ’ άλλα Κελσίου και Φαρενάιτ. Ήταν το καλύτερο ψεύτικο όνειρο από καταβολής ελληνικής γελοιογραφίας.
   Αν και υποταχτικές, αιθέριες και γλυκές υπάρξεις, οι «γυναίκες» του Γάλλια είναι ελεύθερες, δεν καταδυναστεύονται παρά μόνο από τη φιλαρέσκειά τους. Όχι μόνο δεν υπακούουν ποτέ στους νόμους της φερόμενης ως «φαλλοκρατικής κοινωνίας», αλλά αντίθετα, μάλιστα, ασκούν εξουσία. 
   Το γεγονός και μόνο ότι είναι πλούσιες, νέες και ωραίες, τις κάνει να υπερτερούν και σωματικά και κοινωνικά. Είναι στην κυριολεξία οι γυναίκες τύραννοι! Όσοι ευτυχείς κοινοί θνητοί έχουν την τύχη να τις συνοδεύουν, πληρώνουν αδιαμαρτύρητα μέχρι και την τελευταία τους δραχμή προκειμένου να τις κρατήσουν δίπλα τους (κλασική η εικόνα του κυρίου που είναι φορτωμένος μέχρι τα φρύδια με τα πακέτα – ψώνια της κυρίας του), υποκύπτοντας σε κάθε μικρή ή μεγάλη τους παραξενιά (όπως για παράδειγμα, στον προαναφερόμενο κύριο με τα πακέτα, που σε κάποια γελοιογραφία υποχρεώνεται να κρατάει ακόμα και το κόκκινο μπαλόνι, τ’ οποίο αγόρασε καθ’ οδόν η γυναίκα του).
   Ο Μιχάλης Γάλλιας γεννήθηκε, το 1914, στον Πειραιά και σπούδασε – χωρίς να τελειώσει – στην σχολή Καλών Τεχνών. Πρωτοεμφανίστηκε, το 1933, στο εβδομαδιαίο περιοδικό «Εβδομάς», φτιάχνοντας αρχικά λετρίνες και εικονογραφήσεις μυθιστορημάτων. Κατά καιρούς συνεργάστηκε με διάφορα περιοδικά και εφημερίδες («Πάνθεον», «Μπουκέτο», «Ακρόπολη», «Ελεύθερο Λόγο» κ.ά.). Γνωστός έγινε με τη «Χοντρή» του «Θησαυρού» (προπολεμική, γελοιογραφική φιγούρα του τουρκικού περιοδικού «Ράμιζ», που μεταφυτεύτηκε με μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα).
  Στο ενεργητικό του ο «Μπόμπος ο Αχτύπητος» (αυτοτελή χιουμοριστικά κόμικς, που δημοσίευσε η «Μάσκα» το 1945) και «Οι περιπέτειες του αστυνόμου Μπέκα», που δημοσίευσε στην «Απογευματινή», την περίοδο 1960-1967 σε συνεργασία με το Γιάννη Μαρή. «Έγραφε» και «γελοιοποιούσε» στον πολλαπλά «αμαρτωλό» του «Οικογενειακό Θησαυρό», του οποίου άλλωστε ήταν και συνιδιοκτήτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου